ύστερα ήλιος καυτός σε μυθοπλαστικά αναγνώσματα,
λίγη φθορά μαχόμενη καρτερικά τ απάγεμα,
λες να ξέρω τον πυρετό των σωθικών, κάποιοι υβριστές παράμερα,
φεύγει το σκοτάδι κι έρχεται σκοτεινιά,
ανάσα μου σε χάνω,
που σε βρήκα να λιάζεσαι στις σκορπισμένες μέρες,
μετά σουρουπώνει ενδελεχώς κι αναποδράστως,
πιώμα μύχιο μελανό, άρτιο ευλογημένο στη μυστική κοιλάδα των ψυχών,
λούζεσαι έρημη και μόνη, υπέροχη ταλαντώνεσαι στα χέρια ,
να κοιταχτούμε λίγο, να μεθύσουμε απ την όψη μας,
να γιάνουμε τις πληγές, και γιατί να τις γιάνουμε,
εδώ το δωμάτιο που πρωτοχορέψαμε στρεβλά απέναντι
πετάω την παιδική μου σάκα στα μούτρα των πτωματοφάγων,
τους στριφογυριζω τ αντερα με σουβλερά χαμόγελα,
τι κόλαση θεέ μου, στέρεα οργή φτύνουν, στέρεο θάνατο πασάρουν,
ντύνομαι εαυτός, μελαγχολικά όνειρα γεμίζουν τον ουράνιο θόλο,
δικαίωση για όλους , ακόμη και για τους πτωματοφάγους,
που καρτερεί μια κάποια λύτρωση,
ν αρχίσει να αισθάνεται την πέτρα , το βουνό, τη χλωρή χλόη,
τ ανάθεμα των πηγών, της ρίζας,
μα ήταν ορφανό το σκοτάδι κι έφτιαξε ζωή για παρέα,
κι άφησε τα τελευταία του χάδια σε θολωτούς ανέσπερους καταρράχτες,
χρώματα παντού, στον γκρεμό, σ αυτά που δεν ειπώθηκαν,
χρώματα ενόρασης, θλίψης, βίας, κακοτράχαλων μονοπατιών που φτάνουν
με τον καμπυλωμένο ορίζοντα και την αγκαλιά την χορταριασμένη,
που ήθελες να ξαπλώσεις στην τρυφερή κοιλιά της,
ν αφεθείς στον ουρανό που αντιστοιχιζόταν
να ξάπλωνα εκεί, στην γεμάτη σιωπή του τοπίου που μιλούσε εντός,

εσύ ,εγώ, αυτοί, εμείς, όλες αστείες καταρρέουσες λέξεις γίναμε,
μας καλούσε στην αγκαλιά της,
πως να περιγράψω εκείνη την ιερή γραμμή που σχηματιζόταν
έκανα την ασέβεια και την φωτογράφισα, ξεκινώντας απ το μέσα στο έξω
πως να μην νιώσω το προφανές του κυματισμου της,
ήταν στη χλόη αφημένη η παιδική μου σάκα αφημένη πλάι σ ένα πλάτανο,
σκονισμένη, ηταν αυτή η μαύρη σάκα που κουβαλούσα
και που δεν αποχωριζόμουν ούτε στα διαλείμματα,
μη γυρέψεις δάσκαλο, οι πιο πολλοί είναι μπαλόνια φουσκωμένα,
μη γυρέψεις άγγελο, μήτε και διαόλια,
τι να γυρέψω ρώτησα, κι ο πλάτανος μ αποκρίθηκε,
φίλο να γυρέψεις, φίλο να ζητάς,
κι αν έρωτα θελήσω, κι αν έρωτα ζητώ, αυτόνε ξέχασε τον ,
μοναχός του έρχεται, μοναχός του μακριά πετά,
να κάνεις κάτι γιαυτόνε δεν μπορείς, φίλο μόνο να ζητήσεις,
όλα τ άλλα στην άκρια άστα είπε και σώπασε ευθύς ο γέροπλάτανος,
στις καραβίδες που τα ριζά του χάιδευαν καθώς σε λίμνη ήταν βυθισμένα,
αφέθηκε το δέντρο το πελώριο π αργότερα θα γκρέμιζαν
κι απόμεινα μονάχος με τη σάκα μου τη μαύρη πούχε μέσα ένα χαρτί
μόνος μες στην πολύβουη ερημιά του μονοπάτι να χαράξω,
και τότε άξαφνα μια σκέψη αναδύθηκε απ το βαθύ μου μέσα
το τίποτα να γυρέψεις που είναι ανάμεσα στα όλα,
ρημάδα μου καρδιά παιχνίδια μη μου κάνεις,
έτσι μίλησα , μήπως κι όλα τούτα γινότανε καπνός
με μια λαχτάρα φίλος να γεννώ,
κι έφυγε η σκέψη, όχι μακριά, μα μέσα μου βυθίστηκε,
τώρα που ξαναθυμάμαι ίσως αυτή να ήταν ο μόνος φίλος,
την απόδιωξα βαθιά,
κάθησα κάτου απ τον πλάτανο κι ονειρεύτηκα ζωή,
όσα πιάνονται απ την ουρά τους και την τραβολογάνε,
και τότε άρχισε να βρέχει,
τι κάνεις εδω χάμω, ρώτησε μια φωνή κελαρυστή,
γιατί με τους όμοιους σου δεν περιδιαβαίνεις,
παρά τάχα σε τούτη βροχή με μια σάκα
γυρνώ και βλέπω ένα ανθρωπάκι, όχι τον πρίγκηπα του Εξιπερί,
μα κάποιον που του έμοιαζε,
ποιός είσαι πες μου εσυ που με ρωτάς, του λέω,
ειμαι ο ΧΩΡΙΣ, αμέσως μ απαντάει,
μήπως θες να με γελάσεις, μήπως θέλεις το κακό μου,
όχι, μ απάντησε, είμαι αυτός που είναι σκέτος, δίχως ονόματα,
δίχως αριθμούς και ιδιότητες,
σάστισα , ειν η αλήθεια, δε περίμενα νάβρω τέτοιον άνθρωπο,
τον ερώτησα καχύποπτος,
για πες μου λοιπόν, σε τι πιστεύεις, ποιά της ζωής σου η πυξίδα,
γέλασε μ ευγένεια ο ΧΩΡΙΣ, κι ύστερα σώπασε,
η βροχή σιγοτραγουδούσε,
κι όσο περνούσε η ώρα άδειαζα από συλλογισμούς
μιλούσαμε αλλιώτικα δίχως λέξεις, μέχρι που κι αυτό σταμάτησε,
για ώρα πολύ άδειαζε ακόμη κι η σιωπή μας,
κι έφτασε η στιγμή που μια σκέψη τάραξε τη σιγαλιά,
ο ΧΩΡΙΣ δεν ήταν ανάγκη ούτε να πιστεύει, ούτε να μην πιστεύει,
μόνο αυτοί που ονόματα μοιράζουν κι ονόματα κατέχουν ,
έσπασα τη σιωπή κι ευθύς ανέφερα το συλλογισμό μου
μ απάντηση δεν πήρα, ο ΧΩΡΙΣ γαλήνια είχε γύρει το πλευρό του
και σαν τον έβλεπα στου ονείρου την αγκάλη να λικνίζεται,
κι ανάμεσα στα σκέλια του τη μια ολάνθιστα χείλη φαίνονταν,
κι η όψη του γινότανε ολόδροσης κοπέλας η εικόνα,
κι άλλαζε συνέχεια μορφές καθώς κοιμότανε ο ΧΩΡΙΣ,
μεσήλικας και γέρος, ώριμη γυναίκα και γριά, παιδί και νήπιο,
συσπάσεις μίσους άλλοτε τον αυλάκωναν, κι άλλοτε γαλήνη εβασίλευε,
κοντολογίς το μικρό ανθρωπάκι άλλαζε σαν ουρανός
σαν ο ΧΩΡΙΣ που τίποτα απ τα φθαρτά κι ανθρώπινα κατείχε,
σαν ο ΧΩΡΙΣ νάταν όλα αυτά μαζί δίχως να τον νιάζει,
στο μεταξύ η βροχή ξεθύμανε,
η μέρα καρτερούσε κι εγώ την καρτερούσα,
μέσα του να βαδίσω ήτανε το ριζικό μου όπως ολονών,
ακούμπησα τα δάχτυλα μου στον γέροπλάτανο να πάρω σοφία φυτική
και μ ένα χάδι απαλό στο μέτωπο του φίλου μου ΧΩΡΙΣ κίνησα μπροστά,
το ανθρωπάκι σάλεψε και δυο λόγια είπε,
να ξέρεις πως στων ανθρώπων τα χαρτιά που βλέπεις γράμματα ,
αυτά που σφάχτηκαν για να μπορούν οι άνθρωποι χαρτιά να μουτζουρώνουν,
να τιμάς λοιπον τη σάρκα την ζωντανή όποια κι αν είναι ,όπου κι αν βρεθείς,
κι ο ορίζοντας στρογγύλευε, διάπλατος ανοίγονταν εμπρός μου,
κι έφυγα μακριά από κάθε σύμβαση,
μέσα μου σιγόκαιγε η λαχτάρα για το θαύμα, για τ αδύνατο,
γιαυτό που ανάγκη δεν είναι να ρωτάς, λόγος δεν υπάρχει ν απαντάς,
γιαυτό που ανεξήγητο όταν μένει πιο καλά καταλαβαίνεις,
δεν γνώριζα τότε για τις μαύρες , άπληστες ψυχές,
που πρώτα σε κάνουν πτώμα και μετά οι άθλιοι
γιαυτούς π αρέσκονται με βρώμικο σκοτάδι να μολύνουν τις ψυχές,
κι έφυγα μακριά κι απλώθηκαν τα βήματα κι ήταν ο κόσμος όλος μια καλημέρα,
το φως με χάιδευε, κι όταν απουσίαζε ,
η νύχτα μου σιγοτραγουδούσε, υπέροχη που είναι η ζωή,
αμόλυντη και άσπιλη, τρυφερή και δροσερή, απονήρευτη,
κι ούτε να λαλείς για δόξες θέλεις, κι ούτε για πράγματα σπουδαία,
το λίγο είναι όσο πρέπει,
ανάμεσα σ άγρια ρόδα και θάμνους σκουροπράσινους,
ανάμεσα σε φτεροκοπήματα και στάχια ξανθωπά,
εκεί ήτανε που κατοικούσε ο λογισμός, σχεδόν το βήμα ήταν αβαρές,
λες και μια στιγμή στον αέρα θα βρεθείς να πλέεις ,
και μέσα απ τις αχτίδες νιώθεις τη ζωή να στροβιλίζεται,
νοήμων και αμνήμων,
την ίδια την πλάση να θές να αναπλάσεις,
κι όσο γύριζα κι έβλεπα, κι όσο γύριζα και μάθαινα,
τόσο πιο σοφή μου φαίνονταν μια πευκοβελόνα,
ένα πέρασμα τ αγέρα, μια ξαφνική βροχή,
ένα καραβάνι κάμπιες, ο στριφογυριστός κοχλιός,
καμιά μαγεία δε χωρεί στης φύσης τα καμώματα
μια θάλασσα, ένα δεντρί στον βράχο καρφωμένο,
πιο πολλά έχουν να πουν της φύσης τα τερτίπια
πως τον δίπλα να νιαστείς αν δε θαυμάζεις ένα μίσχο,
πως εσένα να ιδείς αν τα μάτια είναι γεμάτα από λόγια,
πως άνθρωπος να είσαι αν ξέχασες το φευγάτο αγέρι,
όλα του κόσμου τούτου μάταια όταν αυτοθαυμάζεσαι,
όλα του κόσμου κίβδηλα όταν εγωισμούς ψειρίζεις,
κοίτα εδώ σου λέω, ακούς το μέσα χάος, πολύχρωμο κλωθογυρίζει,
ακούς το μέσα θρήνο, απύθμενα πενθεί,
ακούς τον μέσα φόβο, τη μέσα σου χαρά, τον μέσα σου χτισμένο λόγο,
πως αντιπαλεύουν αναμεταξύ τους, ιδέες, νόημα να φκιάξουν,
άλογος αν είναι ο κόσμος τότε εμείς
άπλωσε τη ματιά σου στ ανθρώπινα,
το πιο μεγάλο κτήριο, η πιο μικρή καρφίτσα από λέξεις είναι καμωμένα,
ότι ανθρώπου χέρι εσχημάτισε πρώτα οι λέξεις το φαντάστηκαν,
αυτή είναι η φωτιά η δυνατή π ορφάνεψε το γένος μας,
κι αμείλικτο προβάλλει το επόμενο της σκέψης ψηλό ντουβάρι,
τότε όλα τ άλλα από ΤΙ είναι καμωμένα,
τότε τ άλλα τ ανυπέρβλητα που νους δε τα χωράει πούθε έρχονται,
ποιό είναι το μυστικό που ο ΛΟΓΟΣ ο ανθρωπινός να φτάσει δεν μπορεί,
κι εκεί όλα σταμάτησαν, στην ερώτηση αυτή το μυαλό χλωμιάζει,κι η καρδιά σαστίζει,
σχεδόν τρομάζει, όχι μόνο απ του θανάτου την φριχτή επίγνωση,
μα πιο πολύ η ΑΠΟΡΙΑ είναι που οδηγεί στην έρημο της γνώσης,
εκεί που όσα νόμιζα πως γνώριζα γίνονται άνυδρη γη, πορώδης,
κι έμεινα να πλανιέμαι με την παιδική τη ΣΑΚΑ
εκεί όπου μόνο του νου οι μορφές αντέχουν να υπάρχουν,
τα σύμβολα, οι μύθοι ,
είναι περίεργη τούτη η χώρα,
μα αυτί ανθρώπου δεν ακούει στην έρημο της γνώσης,
κι αν το λάθος κάνεις να νομίσεις πως με θεούς μιλάς
γύρευα, τι γύρευα,
αυτά που φαινόντουσαν κίνηση και δράση,
καρτέραγε να με ρουφήξει στην ζεστή , παχιά κοιλιά του,
και τότες μονοπάτι σχηματίστηκε εμπρός μου, ένα βήμα ήταν, όχι παραπάνω,
και πάτησα το μονοπάτι που ένα βήμα αρκούσε να το διαβώ,
και μόλις έκανα το πρώτο βήμα το μονοπάτι εμεγάλωσε άλλο ένα,
σε κάθε βήμα το μονοπάτι προσέθετε άλλο ένα,
παράξενο είναι όσο τον περπατάς να μακραίνει ο στενός ο δρόμος,
τόσο που πάντα νάσαι ένα βήμα πίσω,
και δεν το πρόσεξα πως όσο περπατούσα, ζερβά, δεξιά
τα βήματα γινόντουσαν μετέωρα στο έρεβος,
και τότε σκέφτηκα να σταματήσω,
το μονοπάτι έμεινε ακίνητο μαζί μου,
μόλις ένα βήμα πιο μπροστά από μένα,
κι άξαφνα γύρισα πίσω για να δω, δεν είδα ΤΙΠΟΤΑ,
κάθε βήμα προηγούμενο είχε χαθεί, μαζί και ο πριν στενός μου δρόμος,
το μονοπάτι ήταν μοναχά το βήμα που δεν είχα κάνει,
και μόλις τόκανα αφανιζόταν και γίνονταν καινούριο βήμα που δεν έκανα,
ήμουν στ άφατο κενό κρεμασμένος από ένα βήμα τη φορά,
δύσκολο να μιλώ γιαυτό και τόσο αληθινό
και πάλι το βήμα που δεν έκανα μέχρι να το κάνω,
κι ότι κι αν γινόταν όλα τα πριν σβηνόταν ,
σαν κάθε απάντηση καινούρια ερώτηση γεννούσε ατέρμονα,
ο ΟΥΡΟΒΟΡΟΣ ΟΦΙΣ, αυτή λοιπόν ήταν η ΓΝΩΣΗ που κατείχα,
όσο κι αν προσπάθησα η μόνη γνώση μου είν αυτή,
νάμαι ένα βήμα πίσω, ούτε δρόμος στη γνώση υπάρχει, ούτε μονοπάτι,
σπουδαίο ειν αυτό και καθόλου λίγο,
μα πάνω της στηρίζεσαι να μη σε καταπιούν τα μαύρα βάθη,
τα μαύρα βάθη τα πολύχρωμα που αν για λίγο ξαποστάσεις
να πετάξεις θέλεις απ το μονοπάτι δίχως άλλα βήματα να κάνεις,
μια φωνή μιλάει από μέσα, μια φωνή σε κοιτάει από μέσα,
ζήτησε να μη ζητάς, γύρεψε να μη γυρεύεις,
ΠΕΤΑ κι άσε τα βάθη να σε καταπιούν,
να μη ξέρεις πια αν πέφτεις η αν πετάς,
ανοίγεις τα μάτια, μαύρο πηχτό, κλείνεις τα μάτια, μαύρο πηχτό,
αιωρείσαι αβαρής, ταξιδεύεις μ ακίνητη ανάσα,
πιο καλό να κοιμηθείς , ζωντανός αν είσαι,
πιο καλό να ονειρευτείς, ζωντανός αν είσαι,
κράταγα σφιχτά την παιδική μου ΣΑΚΑ, ήταν ότι είχα ,
μόνο αυτή στον κόσμο με κρατούσε,
μια θύμηση που μ ένωνε με το πλατάνι, την κοιλάδα, την αγκαλιά
να φύγω κι απ την θύμηση, υπαρκτός να μην υπάρχω,
στάλα φως να νιώσω στο βαθύ σκοτάδι, ανέσπερο κομάτι φως,
δαδί στην ουράνια κατακόμβη,
να μη το σκίσω το σκοτάδι, να μη το φανερώσω,
μήτε να το ντυθώ, ούτε να τ ανασάνω,
αυτό δεν ήταν το βρώμικο σκοτάδι των ΠΤΩΜΑΤΟΦΑΓΩΝ,
αυτό ήταν της σιωπής ο μόνος φίλος, πένθιμος καθόλου,
άνοιξα ξανά τα μάτια, τάκλεισα και πάλι,
γίνηκε φορές πολλές, αιώρηση μοναχική στη μήτρα του κενού,
ξέφτια η μνήμη, φλούδα ο εαυτός,
ο άπονος ο κόσμος κάθε στιγμή γεννιέται,
και μέσα στη στιγμή αιώνες κατοικούν σφιχταγκαλιασμένοι,

νερό ολόδροσο, της πεθυμιάς και τ άγουρου φωτός,
όπου οι ίσκιοι γλυκά καταλαγιάζουν
και τόλμησα, ναι τόλμησα τούτο το νερό να το γευτώ,
κι όσο μέσα μου κυλούσε τα μέσα έκαιγε,
κείνο που με λύτρωνε, κείνο ήταν μαζί που με τυραννούσε,
πως να μην απ τα πριν το καταλάβω πως το νερό αυτό
είναι το πυρ το υγρό που την καύση αποζητά,
της κάθε μέρας το βάσανο στους άτυχους δωρίζει,
ήταν το πνεύμα που να φωτίσει της ύλης το χαμό καρτεράει,
να σ αφήσει γυμνό και μόνο να ψάχνεις αυτό που δεν υπάρχει,
πως να τολμήσεις στο ΘΑΥΜΑ να μετέχεις αν πρώτα το εγώ δεν μηδενίσεις,
μα όλα τούτα ήταν μια σταγόνα απ το νερό ,
ένα τόσο δα κομμάτι ανυπόφορης δροσιάς
έτσι είναι της αγάπης το μέγα βάσανο,
κι αν θες ολόκληρος βουτάς, η φοβισμένος στέκεις παραπέρα,
ολόκληρος, ακέραιος, ατόφιος βρέθηκα μέσα στο νερό,
έκλεισα τα μάτια, άνοιξα τα χέρια, αγκάλιασα τα γόνατα
έφυγε το βάρος, το πιο πηχτο μου μαύρο
ήμουν εγώ τ αρπακτικό που στη γη βασίλευε
αυτό που λογάριαζα για φύση μου ήταν μοναχά μια πέτσα ασθενική,
τ αρπακτικό ξεστράτισε, το ερπετό εφάνη,
και πιο κάτω ΓΗ, μόνο ΓΗ, αυλακωμένη και πυώδης,
και μέσα ακόμη πιο πολυ, ζέστη σφοδρή, μάγμα πυρωμένο
μετά ανακατώθηκαν οι άγγελοι με τα αισθητά και μη,
ξεψύχισαν οι αισθήσεις, ήθελε ο νούς να διαρραγεί ,
απ το ΧΑΣΜΑ ν αποδράσει,
αυτός που δεν έχει πρόσωπο, που κάθε τι είναι το πρόσωπο του,
ήταν ΕΚΕΙ ΠΑΡΩΝ, αυτό ήταν τ ΑΓΑΠΟΝΕΡΙ,
όποιος το γευτεί και μέσα του βουτήξει παύει να ΕΙΝΑΙ
πως μεμιάς τον χρόνο αντικρύζει,
πως μεμιάς την πλάνη διώχνει, κι ο ίδιος είναι πλάνη,
δεν ειναι κάποιος που πλανεύτηκε,
τέτοια συλλογιόμουν όσο το νερό εστέγνωνε
στο φτωχόσπιτο επέστρεψα σκεπτόμενος
σεβασμός τους πρέπει και πιο πολύ στοργή , αυτοί πια δεν έχουν εαυτό,
ανυπεράσπιστοι κυκλοφορούν ανάμεσα μας με μια σάκα παιδική στα χέρια,
κι είν η φιλόξενη κοιλάδα η γλυκιά τους μάνα,
κι ειν ο πλατύς ο πλάτανος ο γελαστός πατέρας,
κι ειν ο χωρίς το ανθρωπάκι τ ολοκάθαρο που αρχινάει και τελειώνει τον βιο,
κι όσα υπάρχουν μεσ την σάκα ειν αυτά που ποτέ δεν θα βρουν οι πτωματοφάγοι
