στο αδειο σπιτι καθοταν μ ανοιχτα παραθυρα, στα πατωματα ατελειωτα κομμενα γραμματα, ψαλιδισμενα, ανακατωμενα, απο εφημεριδες , βιβλια, διαφημιστικα εντυπα, υπεμενε τον αερα που ανακατευε τα γραμματα σε τυχαιους συνδυασμους, που και που σχηματιζοταν μια λεξη , συνηθως μονοσυλλαβη,
χρονια ολοκληρα ειχε να δει μια φραση να σχηματιζεται, η τελευταια που θυμοταν ηταν "χωνια αντι οδοντων", δεν εβγαζε νοημα, φυσουσε, κρυωνε, σκεφτοταν τον γκρεμο και τα χρυσαφενια σταχια και την θαλασσα που λικνιζοταν βαθια κατω, καθε κυριακη πηγαινε στο μοναστηρι που κρεμοταν απ την αλλη μερια του γκρεμου, αναβε ενα κερακι , γυριζε στον ανεμο και τ ανακατωμενα γραμματα με προσμονη, κατω απ εναν πλατανο εβλεπαν με τον αδερφικο του φιλο τα φυλλα να πεφτουν απαλα στην λιμνη, ο φιλος του ειχε πει πως καπως ετσι απαλα φευγουν οι ψυχες , μετα κοιταξαν τον βυθο και τα καταπρασινα φυτα που αναδευονταν στα σκιρτηματα του νερου, ετσι τουρθε η ιδεα να κλειστει στο σπιτι και να περιμενει οσο χρειαστει,αποκαμωμενος κοιμηθηκε , ονειρευτηκε , φρασεις , ποιηματα, μυθιστορηματα , ηρωες, φωνες, οι λεξεις ζωντανευαν στον αερα, ανθοφορουσε εκρηκτικα, τον τρομαξε η σκεψη πως δεν υπηρχε καποιος να μοιραστει τους καρπους της σιωπηλης απελπισιας του, τα χρωματα ζωντανεψαν μετα απο χρονια οδυνης και μαρτυριου, ξυπνησε, ο αερας φυσουσε μανιασμενα , τα χαρτια στροβιλιζοταν απο τα πατωματα στα ταβανια, κι οσο φυσουσε σχηματιζοταν στο κενο οσα ονειρευτηκε, του μιλουσε ο αερας, του απαντουσε ο αερας , ανασαινε μονο
ολα σιγησαν, αυτοι που μπηκαν στο σπιτι αντικρυσαν στα πατωματα τις λεξεις:
"στο αδειο σπιτι καθοταν μ ανοιχτα παραθυρα, στα πατωματα ατελειωτα κομμενα γραμματα, ψαλιδισμενα, ανακατωμενα, απο εφημεριδες , βιβλια, διαφημιστικα εντυπα, υπεμενε τον αερα που ανακατευε τα γραμματα σε τυχαιους συνδυασμους, που και που σχηματιζοταν μια λεξη , συνηθως μονοσυλλαβη,
χρονια ολοκληρα ειχε να δει μια φραση να σχηματιζεται, η τελευταια που θυμοταν ηταν "χωνια αντι οδοντων", δεν εβγαζε νοημα, φυσουσε, κρυωνε, σκεφτοταν τον γκρεμο και τα χρυσαφενια σταχια και την θαλασσα που λικνιζοταν βαθια κατω, καθε κυριακη πηγαινε στο μοναστηρι που κρεμοταν απ την αλλη μερια του γκρεμου, αναβε ενα κερακι , γυριζε στον ανεμο και τ ανακατωμενα γραμματα με προσμονη, κατω απ εναν πλατανο εβλεπε με τον αδερφικο της φιλο τα φυλλα να πεφτουν απαλα στην λιμνη, ο φιλος της ειχε πει πως καπως ετσι απαλα φευγουν οι ψυχες , μετα κοιταξε τον βυθο και τα καταπρασινα φυτα που αναδευονταν στα σκιρτηματα του νερου, ετσι της ηρθε η ιδεα να κλειστει στο σπιτι και να περιμενει οσο χρειαστει, αποκαμωμενη κοιμηθηκε , ονειρευτηκε , φρασεις , ποιηματα, μυθιστορηματα , ηρωες, φωνες, οι λεξεις ζωντανευαν στον αερα, ανθοφορουσε εκρηκτικα, την τρομαξε η σκεψη πως δεν υπηρχε καποιος να μοιραστει τους καρπους της σιωπηλης απελπισιας της, τα χρωματα ζωντανεψαν μετα απο χρονια οδυνης και μαρτυριου, ξυπνησε, ο αερας φυσουσε μανιασμενα , τα χαρτια στροβιλιζοταν απο τα πατωματα στα ταβανια, κι οσο φυσουσε σχηματιζοταν στο κενο οσα ονειρευτηκε, της μιλουσε ο αερας, της απαντουσε ο αερας , ανασαινε μονο''