ΠΑΙΔΑΚΙ

ηταν ενα παιδακι που του εμαθαν ν αγαπαει, ηταν ενα παιδακι που του εμαθαν να αισθανεται, ηταν ενα παιδακι αθωο, ηταν ενα παιδακι που πεταξε μακρια στην φαντασια του, γεματο ονειρα, αληθειες, χρωματα , μουσικες, ηταν ενα παιδακι μ ευγενεια , ηταν ενα παιδακι που παρολιγο να γινει δολοφονος της ψυχης του, κι αντι γιαυτο προτιμησε να σωπασει και να φαινεται σκληρο κι επιθετικο, και ντυθηκε απειλη μηπως και αφησει ανεπαφη τη ζεστη γωνια της παιδικοτητας του, καπου καπου ακουει μουσικες κι επιστρεφει στην γωνια του, κουρνιαζει, ανοιγει τα ματια του, ψιθυριζει, κλαιει, ουρλιαζει, λυτρωνεται, υ π α ρ χ ε ι

ΑΛΩΝΙΑ

στου φεγγαριου τ αλωνια κατοικει η ψυχη, νομισες πως ετσι ειναι, σκιαγμενος απ του τελους τ αμορφο κενο σμιλευεις λιγο φως στη μια σου μερα , αλλιως τον χρονο ονομασε, αλλιως τα ονοματα πες, μετα μην ονομαζεις, αλλαξε τους χρονους , τις εγκλισεις , τις φωνες, ακομη και τα προσωπα , προς στιγμην η ψυχη του φεγγαριου στ αλωνια κατοικει, προς στιγμην το φεγγαρι εζωντανεψε, μαζι κι εσυ ερχομενη αλαφιασμενη με χαμογελο τσιγγανας, μπορει ναταν η σιγαλια του δρομου, στο κεντρο τα σταχια εχρυσιζαν , στις ακριες πιο θαμπα, φωνη σου ψιθυρισε κι αργοσβησε στον συννεφιασμενο ουρανο, να ξεχαστει στην απατηλη αγκαλια, ροδα την καρτερουσαν, η μεγγενη του χρονου σφιγγει το φεγγαρι, την τσιγγανα, τ αλωνια , τα χρυσαφενια σταχια, αλλο ονομα η ψυχη γυρευει, ετοιμορροπη ανασταινεται,τον ψιθυρο ανασταινει π αργοσβηνει διχως ποτε να σβηνει, αν η ψυχη στα φεγγαρενια αλωνια κατοικει, αν η ψυχη στα φεγγαρενια αλωνια κατοικει, να , η ψυχη στα φεγγαρενια αλωνια κατοικει

ΕΝΑ

εδωδιμη αναπνοη, φυσικη αναταση, ερως υγιης, μακρια απ την κτηση, εξω απ το πλαστο, ανασαινει αβιαστα προχωρει λιγο πιο κει, σπαει αθορυβα τους καθρεφτες, βυθιζεται στο δροσερο χαδι, σκοταδι, λιγη μανια ακιζει χοηφορους πυρετους, ενα, ναε, αρτιες φωνες γεννημενες, ποιηση ενεστωτικη, δεντρο αναπνεει ησυχα το πρωινο, ευτυχια, διαβητης χαοτικος μετραει ουρανους, φιλοξενη αυγη επιστρεφει, στα χερια βλεμμα κρατά αθωο

ΚΗΠΟΣ

εμπρος λοιπον, ας κανουμε τωρα σχεδια, μεγαλεπηβολα σχεδια τωρα που ξεμπερδεψαμε με τις ψυχες, να κατασκευασουμε μεγαλα σταδια και μεγαρα , εμεις που ειμαστε αποικια βακτηριων σ ενα κοκκο αμμου ας ξεχυθουμε στο συμπαν, να ορισουμε τα μεγεθη αφου το μετρο χασαμε, εμεις που ειμαστε ζωυφια σε μια φλουδα πορτοκαλι ας κατακτησουμε την πλαση, να βρουμε το μεγα μυστικο, εσωκλειστοι στο μεγαλειο μας, εμεις ας απλωθουμε μεχρι τον χρονο, ν ακουσουμε την ηχω των αστρων στις μαραμενες μας αισθησεις, να διψαμε για αληθειες οσο ο διπλανος μας σφαδαζει, να κοιταμε τον ουρανο οσο το χωμα καρτερει, να βρουμε το ολον οσο αργοσβηνουμε, ν ανταμωσουμε χαρουμενοι πανου απ τα ερειπια , οι γενιες που εγιναν ληθη ας μας συντροφευουν,ετοιμοι να γινουμε ψηφια ας το παρουμε χαμπαρι, η σκοτεινη νοσταλγια θα ξεχαστει κι αυτη, θα ποναμε διχως νοστο, ανεπιστρεπτι ακυρωσαμε οτι ημασταν, κανει κρυο πολυ εκει εξω, κρυο πολυ το μεγαλειο μας, κρυο και αδικο το φορτιο μας, απλωνουμε χερια, αγκαλιαζουμε, αγκαλιαζομαστε σιωπηλα, νικησαμε, θριαμβευσαμε, παγωνουμε, τα τριζονια ειν εκει, των φρουτοδεντρων ο κηπος ακεραιος, μην αυτοπυρποληθουμε, φλογα μικρη να ζεστανει την μνημη

ΓΡΑΜΜΑΤΑ

στο αδειο σπιτι καθοταν μ ανοιχτα παραθυρα, στα πατωματα ατελειωτα κομμενα γραμματα, ψαλιδισμενα, ανακατωμενα, απο εφημεριδες , βιβλια, διαφημιστικα εντυπα, υπεμενε τον αερα που ανακατευε τα γραμματα σε τυχαιους συνδυασμους, που και που σχηματιζοταν μια λεξη , συνηθως μονοσυλλαβη, χρονια ολοκληρα ειχε να δει μια φραση να σχηματιζεται, η τελευταια που θυμοταν ηταν "χωνια αντι οδοντων", δεν εβγαζε νοημα, φυσουσε, κρυωνε, σκεφτοταν τον γκρεμο και τα χρυσαφενια σταχια και την θαλασσα που λικνιζοταν βαθια κατω, καθε κυριακη πηγαινε στο μοναστηρι που κρεμοταν απ την αλλη μερια του γκρεμου, αναβε ενα κερακι , γυριζε στον ανεμο και τ ανακατωμενα γραμματα με προσμονη, κατω απ εναν πλατανο εβλεπαν με τον αδερφικο του φιλο τα φυλλα να πεφτουν απαλα στην λιμνη, ο φιλος του ειχε πει πως καπως ετσι απαλα φευγουν οι ψυχες , μετα κοιταξαν τον βυθο και τα καταπρασινα φυτα που αναδευονταν στα σκιρτηματα του νερου, ετσι τουρθε η ιδεα να κλειστει στο σπιτι και να περιμενει οσο χρειαστει,αποκαμωμενος κοιμηθηκε , ονειρευτηκε , φρασεις , ποιηματα, μυθιστορηματα , ηρωες, φωνες, οι λεξεις ζωντανευαν στον αερα, ανθοφορουσε εκρηκτικα, τον τρομαξε η σκεψη πως δεν υπηρχε καποιος να μοιραστει τους καρπους της σιωπηλης απελπισιας του, τα χρωματα ζωντανεψαν μετα απο χρονια οδυνης και μαρτυριου, ξυπνησε, ο αερας φυσουσε μανιασμενα , τα χαρτια στροβιλιζοταν απο τα πατωματα στα ταβανια, κι οσο φυσουσε σχηματιζοταν στο κενο οσα ονειρευτηκε, του μιλουσε ο αερας, του απαντουσε ο αερας , ανασαινε μονο
ολα σιγησαν, αυτοι που μπηκαν στο σπιτι αντικρυσαν στα πατωματα τις λεξεις:
"στο αδειο σπιτι καθοταν μ ανοιχτα παραθυρα, στα πατωματα ατελειωτα κομμενα γραμματα, ψαλιδισμενα, ανακατωμενα, απο εφημεριδες , βιβλια, διαφημιστικα εντυπα, υπεμενε τον αερα που ανακατευε τα γραμματα σε τυχαιους συνδυασμους, που και που σχηματιζοταν μια λεξη , συνηθως μονοσυλλαβη, χρονια ολοκληρα ειχε να δει μια φραση να σχηματιζεται, η τελευταια που θυμοταν ηταν "χωνια αντι οδοντων", δεν εβγαζε νοημα, φυσουσε, κρυωνε, σκεφτοταν τον γκρεμο και τα χρυσαφενια σταχια και την θαλασσα που λικνιζοταν βαθια κατω, καθε κυριακη πηγαινε στο μοναστηρι που κρεμοταν απ την αλλη μερια του γκρεμου, αναβε ενα κερακι , γυριζε στον ανεμο και τ ανακατωμενα γραμματα με προσμονη, κατω απ εναν πλατανο εβλεπε με τον αδερφικο της φιλο τα φυλλα να πεφτουν απαλα στην λιμνη, ο φιλος της ειχε πει πως καπως ετσι απαλα φευγουν οι ψυχες , μετα κοιταξε τον βυθο και τα καταπρασινα φυτα που αναδευονταν στα σκιρτηματα του νερου, ετσι της ηρθε η ιδεα να κλειστει στο σπιτι και να περιμενει οσο χρειαστει, αποκαμωμενη κοιμηθηκε , ονειρευτηκε , φρασεις , ποιηματα, μυθιστορηματα , ηρωες, φωνες, οι λεξεις ζωντανευαν στον αερα, ανθοφορουσε εκρηκτικα, την τρομαξε η σκεψη πως δεν υπηρχε καποιος να μοιραστει τους καρπους της σιωπηλης απελπισιας της, τα χρωματα ζωντανεψαν μετα απο χρονια οδυνης και μαρτυριου, ξυπνησε, ο αερας φυσουσε μανιασμενα , τα χαρτια στροβιλιζοταν απο τα πατωματα στα ταβανια, κι οσο φυσουσε σχηματιζοταν στο κενο οσα ονειρευτηκε, της μιλουσε ο αερας, της απαντουσε ο αερας , ανασαινε μονο''

ΠΕΡΑΣΜΑ

ομορφα , ζεστα , με πονο κι αγαπη, στο συντομο περασμα, οσο γινεται, κακια μη χωρει

ΑΝΑΤΟΛΗ

ταχα τραγικο, μπα , τιποτα ιδιαιτερο, ενας ηλιος στο πηγαδι μονο, καπως γκρεμοτσακισμενος , αναλαφρα λερωμενος, ολιγον τσαλακωμενος σηκωθηκε , σκουπιστηκε, τιναξε τις μαυρισμενες του ακτινες , προχωρησε προς τ ασημοβαμενο φως , εκει ανταμωσε λογια και σκοπους , το κανε το χρεος του και μισεψε ολοκληρος , οι της υπαιθρου τον υποδεχτηκαν με χαρα, ευγνωμονες για τη ζεστασια του , οι της πολης αδιαφορησαν , αποκομμενοι εξαλλου απ τα φυσικα, τον ειδαν τον ηλιο να γελαει μηχανικα, τιποτα ιδιαιτερο, συνεχισαν να γλεντοκοπουν οσο ματωνε μπροστα τους, συνεχισαν να περιποιουνται την σαρκα τους οσο παγωνε, κι αυριο μερα ειναι ,αλλος ηλιος θαρθει, ευρεθη σε ικριωμα διχως να ξερει , η σπηλια του , το πηγαδι του παρεμειναν ακατοικητα για τις νυχτερινες ωρες , συνδεθηκαν με κραυγες και φοβερες απειλες και σιωπηλες αιμοκαθαρσεις, ελαμψε ακριβως στις εξι και δωδεκα, τυραννος αυτος και χορηγος ζωης , τα τζαμια των λεωφορειων χαρηκαν που ξανακαθρεφτιστηκε, εφερε αντανακλασεις αγνου φωτος, οχι τις συνθετικες φωταψιες που απαντωνται μολις νυχτωσει, τα λογια μειναν αξεχαστα καθως φεγγοβολουσε ο καινουριος ηλιος, "ανατολη απο πρωτο χερι"

ΕΥΧΗ

το νερο και οι μορφες που γεννιουνται απ αυτο, και τα ποιηματα που ζητουν αιτιολογια, οι μερες οι ξεθωρες μα γεματες θαλπωρη, τα νιατα που κατεβαινουν, μια σκεψη ελευθερωνεται, το βλεμμα απλωνει μακρια, διαθλαται το φως οσο σκαρφαλωνει σε ξερα συμπαγη βραχια ,αποπειρα μουσικοτητας για να διευκολυνθει η αριστη ολων σιωπη, ποσα να πεθυμησεις απ οσα οι αλλοι κατεχουν, χρειαζεσαι μονο τα λιγα που ζητας, καμια φορα ουτε κι αυτα, καλημερα φωναχτη σ ολον τον αδικο κοσμο που δεν ειναι μονο αδικος ,ειναι και στοργικος οταν τον αφησεις να ειναι, ξηλωνεις τις πετσες απ τα νυχια σου, μια ασυναισθητη φαγουρα σ επισκεπτεται και το φως ειναι εκει να διαταζει τα βραχια ν αλλαζουν αποχρωσεις , να καθρεφτιζονται στο γλυκο νερο που γεννα μορφες , μια ευχη θελεις να κανεις κι ολο την ξεχνας, δε πειραζει, η πριν τις λεξεις μνημη , τοσο ομορφα χαριεντιζεται το φως με τα βραχια, αγκαλιαζονται, κυκλωνονται, ζουλιουνται, φωλιαζουν βραχια νερο φως στην ιδια χουφτα

ΑΝΕΜΩΝΑ

. . Φως απ’ τις χαραμάδες γλιστράει Σωπαίνει και αφήνει μόρια σκόνης στο διάβα του. Δίχως βροντές και καταιγίδες ο κόσμος μισός είναι Γυρνάει γύρω απ’ τον εαυτό του και όμορφα γελάει Με κλάμα μωρού επανέρχεται σε μέρες αλόγιστες, πνιγμένες σε μωβ ανεμώνες με πυρετώδεις ρυθμούς. Στέκεσαι απέναντι ακίνητη, λουσμένη σε φωτεινές σκιές.

ΝΑΙ

που απλωθηκες ,

...

τι εδωσες , τι πηρες , τι νομισες, νατα, κειτονται, απο κοιμιωνται,

λιγος ουρανος καταπανω τους,

μια βροχη, ολα που λυγιζουν αναπνεουν,

νευματα, νευματα, νευματα,

αναμενα περιμενουν,

ναι, ναι, ναι, πες αληθεια, κρεμαμενη αληθεια,

υπνωση,

φερτα υλικα ο ψυχοπομπος αλωνιζει, εκεινη η μερα της παρθενιας ελαττωνεται, τα περιεχομενα διχως μορφη ουρλιαζουν,

εντος κυματινη νηοπομπη αφηγειται το ναι , ναι ,

ναι και παλι ναι,

μη νομισεις πως, μη μαθεις πως, ενι και ενα, νανουρισμα,

ναμα, νικη του ναι,

τα νευματα εγιναν νοηση, μη τα χαλας με λεξεις, να παραληρεις,

να, να, να λες

νημα να νικα

ναι

ΓΙΑΤΙ

γιατι
στον σιωπηλο
θρηνο
  στη βουβη τελετη
στ αδεια ματια
στον ηλιο που
γερνα στ απλωμενα χερια
στην ξερη ψυχη
γιατι τ ατελειωτο πανηγυρι
με σκοινια θλιψης
ολους εδω κατω μας κρατα
ο ενας τον αλλον να λογχιζει
γιατι αποντες,
βλεμμα φωτεινο
θα σκοτεινιασει

ΒΟΛΤΑ

μηπως θα ηταν καλυτερο να παμε μια ωραια βολτα, αντι να σκοτιζομαστε με ωραιες ανοησιες, δηλαδη θελω να πω, μηπως θα ηταν καλυτερο να παω μια βολτα τωρα που καπως ψιλοβρεχει, σ ενα παρκο, ωραιο παρκο, να καπνισω λιγο και μετα να γυρισουμε απ τον απανω δρομο με τα μισογκρεμισμενα σπιτια, ακριβως την στιγμη που θ αναφλεγονται η μνημη και οι αγουρες αισθησεις, γιατι το πρωινο ειναι αυριο και κανεις δε ξερει τι του φερνει το αυριο, καλυτερα το σωμα να μιλησει, τα ποδια πιο πολυ, και μονο στην ιδεα της κινησης ολα λειτουργουν πιο ευχαριστα